Παρασκευή, 6 Απριλίου 2018

Η ΜΑΓΙΚΗ ΚΟΥΝΙΑ


- Πατέρα τι κάνεις εκεί ; τι μαστορεύεις πάλι ; .Ρώτησε και τα μεγάλα παιδικά της μάτια προσπαθούσαν γεμάτα απορία να μαντέψουν τι κατασκεύαζε τόση ώρα ο πατέρας  σκυμμένος πάνω σε μια   σανίδα που την είχε κόψει και προσπαθούσε να την λειάνει .
Ήταν ήδη  προχωρημένη Άνοιξη κοντά στο Πάσχα ,ο βαρύς χειμώνας είχε αποχωρίσει , τα δένδρα ήσαν κατάφορτα από άνθη και ο τόπος μοσχομύριζε γλυκά .Τα πρώτα χελιδόνια έφτιαχναν τις φωλιές τους στους τοίχους και κάτω από τις στέγες των σπιτιών  και τα παιδιά χαιρόταν γιατί πλησίαζε το Πάσχα που ήταν η χαρά της παιδικής τους ηλικίας .Μόλις άρχιζαν οι δεκαπενθήμερες διακοπές θα τους αγόραζαν καινούρια ρούχα και παπούτσια ,λαμπάδες και πασχαλινά σοκολατένια αυγά και λαγουδάκια και η μαμά θα έβαφε τα κόκκινα αυγά , θα έπλαθε τα αφράτα της τσουρέκια και όλη η γειτονιά θα μοσχομύριζε ,θα έτρωγαν αυτά ,θα έτρωγε ο ουρανός θα έτρωγε και  η ψυχή τους .
Εκείνες τις μέρες θα άρχιζαν και οι ετοιμασίες στον κήπο .Ο πατέρας θα έσκαβε και θα αφράτευε το χώμα που το είχαν σκληρύνει οι παγωνιές και θα το ετοίμαζε για να δεχθεί τα νέα φυτά  . Μόλις τέλειωνε με τα σκαψίματα θα φύτευε μαρούλια και ντοματιές ,πιπεριές και αγγουράκια και όλα τα εποχικά ζαρζαβατικά της άνοιξης και του καλοκαιριού, .
Όμως τώρα κάτι νέο ετοίμαζε ,κάτι που δεν το είχε ξαναδεί .Προσπαθούσε να μαντέψει ,τον ρώτησε τον ξαναρώτησε μα απόκριση δεν πήρε .Μονάχα χαμογελούσε καλοκάγαθα και που και που την χάιδευε με το βλέμμα του κάθε που πλησίαζε να ρίξει μια κλεφτή ματιά .
-Μα θα μου πεις επιτελούς τι φιάχνεις εκεί ; Toν ρώτησε και πάλι .
-Πήγαινε να παίξεις και όταν θα σε φωνάξω  έλα  και θα καταλάβεις ! της αποκρίθηκε .
Έτσι και έκανε .Πήγε βαριεστημένα να παίξει πιο κει και περίμενε να την φωνάξει. Κάποια στιγμή μετά από ώρα την κάλεσε να πάει κοντά .Ήδη είχε πετάξει τα δυο σχοινιά πάνω στο πιο γερο κλαδί της τεράστιας βερικοκιάς και προσπαθούσε να στερεώσει επάνω τους την σανίδα .
-Κατάλαβες τώρα ; την ρώτησε γελώντας !
-Με μιας το πρόσωπο της φωτίστηκε ,χτύπησε τα χεράκια της με χαρά και φώναξε : ωωωω μπαμπά ! μια κούνια ! τι όμορφη που είναι ! μπαμπά σ ευχαριστώ !
Εκείνο το απόγευμα ήταν ένα από  τα πιο ευτυχισμένα της παιδικής της ηλικίας ,αλλά και αργότερα γιατί γέμισε τις μέρες της με χαρούμενες στιγμές ανέμελου παιχνιδιού και ώρες ξέγνοιαστες και ευτυχισμένες με ένα παιχνίδι φτιαγμένο απ τα ευλογημένα χέρια του πατέρα της. 
Ανέβαινε στην κούνια και  έτσι όπως πήγαινε πολύ ψηλά άγγιζε τα σύννεφα και γη και ουρανός γινόταν το ένα κι αυτή σκαρφάλωνε στις ράχες των πουλιών  και πετούσε μαζί τους και έκανε ταξίδια  σε μια χώρα που ποτέ δεν μπόρεσε κανείς να δει , ούτε  να φτάσει μα ούτε και να περιγράψει και ήταν τόσο έντονη η χαρά και η συγκίνηση που τώρα ακόμα αναπολώντας εκείνες τις  μέρες τις μακρινές θυμάται με σιγουριά πως πράγματι βρέθηκε και έζησε κάποτε εκεί .

Δευτέρα, 2 Απριλίου 2018

ΝΥΧΤΕΡΙΝΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ



Οι ανθρώπινες κοινωνίες φτιάχτηκαν έτσι γιατί έτσι είναι η φύση του ανθρώπου ,δημιουργική και παράλληλα καταστροφική .Γιατί όμως να υπάρχει και η καταστροφή όταν το ζητούμενο όλων είναι η ειρηνική συμβίωση μεταξύ μας ? Αν κοιτάξουμε ψηλά στο σύμπαν θα πάρουμε όλες τις απαντήσεις ,ότι συμβαίνει εκεί πάνω ,συμβαίνει και εδώ κάτω και ότι συμβαίνει εδώ κάτω συμβαίνει και στο εσωτερικό του ανθρώπου ,στον οργανισμό του αλλά και στις σκέψεις του και κατ επέκταση στις ενέργειες του .Υπάρχει το σύμπαν αλλά και ο μικρόκοσμος τα οποία και τα δυο μοιάζουν απόλυτα γιατί είναι φτιαγμένα από τα ίδια υλικά και κυβερνώνται από τον νόμο της εντροπίας τη τάση δηλαδή που έχουν όλα να τείνουν προς το μηδέν .Έτσι όπως γεννούνται και πεθαίνουν τα άστρα και οι πλανήτες μέσα από καταστροφικές και παράλληλα αναγεννητικές δυνάμεις ,το ίδιο συμβαίνει και πάνω στον πλανήτη μας ,αλλά και μέσα μας ,η δημιουργία προϋποθέτει και καταστροφή.

Έτσι μπορούμε να ερμηνεύσουμε πολλές συμπεριφορές του ανθρώπου .Το θέμα είναι η γνώση αυτή και η συνειδητοποίηση πόσο καλύτερη μπορεί να κάνει τη ζωή μας.Οι καταστροφές ,οι θάνατοι ,τα απρόβλεπτα γεγονότα ,όπως και οι χαρές και η απόλαυση της ζωής διαδέχονται το ένα το άλλο σε μια φυσιολογική αλληλουχία όπως οι χειμώνες τα καλοκαίρια .Και θα είμαστε λιγότερο δυστυχισμένοι αν τα δεχθούμε αυτά σαν φυσιολογικά γεγονότα κατά τη διάρκεια της ζωής μας .Ποιος μπορεί να αλλάξει τη ροή του ποταμού και ποιος μπορεί να σταματήσει τη πορεία του ήλιου ,της γης ή της σελήνης ,ότι είναι να γίνει θα γίνει ,σκοπός είναι να χαιρόμαστε όσο πρέπει και να λυπόμαστε όσο πρέπει ,με μια εσωτερική ισορροπία που έρχεται μόνο όταν δεχόμαστε πως αφού γενηθήκαμε κάποτε θα πεθάνουμε, ότι γεννιέται μοιραία πεθαίνει και είναι απόλυτα φυσιολογικό ,ενώ η αίσθηση παντοδυναμίας και της εγωιστικής αντίληψης πως όλα και όλοι φτιάχτηκαν να μας υπηρετούν, η απατηλή αίσθηση της ιδιοκτησίας πως όλα και όλοι μας ανήκουν,η ανάγκη του απόλυτου ελέγχου πάνω σε ανθρώπους, πράγματα και καταστάσεις καθώς και η απληστία να γευτούμε όλο και περισσότερα χωρίς ιδιαίτερο κόπο και εις βάρος των άλλων,δημιουργούν τις τριβές και όλα τα προβλήματα επί της γης .

Η βιαιότητα είναι στοιχείο της ίδιας της δημιουργίας και σαν μέρος της δημιουργίας και ο άνθρωπος έχει την βια μέσα του που δεν εκδηλώνεται πάντα με εκρήξεις γιατί υπάρχουν και εκείνες οι συμπεριφορές ,οι άδηλες που μοιάζουν σαν χημικές αντιδράσεις που μπορεί μεν να μην παράγουν φλόγα αλλά εκλύουν δυνάμεις και αποτελέσματα ισάξια μιας καταστροφής. Ο Δημιουργός ή το σύμπαν ή η τύχη μας έθεσαν σε ένα ασφαλές περιβάλλον, ένα μικρό παράδεισο, τη γη ,όπου αυτή τη βιαιότητα που φέρει μέσα η φύση μας μπορούμε να την αντιπαλέψουμε ως σκεπτόμενα όντα με βάση την ελεύθερη βούληση διανθισμένη με προσωπικές αξίες και καλλιεργήσιμες αρετές που μπορεί να μας οδηγήσουν άνετα να ζήσουμε μια ζωή ειρηνική,αγωνιζόμενοι για ότι προκύψει ,τόσο όσο είναι απαραίτητο για να υπάρχει ένα επιθυμητό αποτέλεσμα για εμάς τους ίδιους και για τους άλλους χωρίς απαραίτητα να δημιουργούμε γύρω μας ανθρώπινο πόνο και δυστυχία.Αυτός ο προσωπικός αγώνας είναι η εξουσία του πνεύματος πάνω στη ύλη, είναι η νίκη του καλού έναντι στο κακό ,το αιώνιο φως επάνω στο σκοτάδι ,η ηρεμία του παραδείσου που μέσα του όλοι εύχονται να μπορούσαν να ζήσουν και να γευτούν τις χαρές του.Αν θα πραγματοποιούνταν όλα τα παραπάνω η ζωή μας ξαφνικά θα μας φαινόταν ότι έχει μεγαλύτερη διάρκεια ίσως και να ήταν η αιώνια ζωή επί της γης και όχι στους ουρανούς που ευαγγελίζονται όλες οι θρησκείες.

Σχόλια απο το pblog :

α καλά:Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2018 3:20 μμ
της νύχτας τα καμώματα τα βλέπει η μέρα και γελάει

Ολυμπία Βράκα:Δευτέρα, 2 Απριλίου 2018 1:12 πμ
Εχοντας μια ιδέα για το ποιος εισαι σου λεω τα εξης : Το σχολιο σου δεν μετραει διοτι εισαι ενας κακοβουλος θλιβερος τυπακος που περιφερεις το θλιβερο και ανωμαλο σαρκιο σου στο διαδικτυο προσπαθωντας να λερωσεις οτι δεν μπορεις να φτασεις ! Ενας κοινος ηλιθιος εωτομανης ,ενας βλαμμενος και κομπλεξικος σβιγκος χωρις αναστημα μεταφορικα και κυριολεκτικα ενας μικρονους ερωτοπληκτος που κρυβεσαι στην ανωνυμια γιατι δεν εχεις τα κοτσια να βγεις επωνυμα και να αναμετρηθεις ! Παρολα αυτα επιλεγω να κοινοποιησω το σχολιο σου παρολο το εμετκο του περιεχομενο και την εκδηλη διαθεση να με πληξει για να ξερει ο κοσμος οτι περιφερεσαι εδω γυρω και εσαι εν δυναμει ταραξιας της ηρεμιας των αξιων χρηστων του blogger αλλα και του pblog που σε λιγο καιρο θα ριξει αυλαια δυστυχως για τους ευγενικους χρηστες αλλα ευτυχως και για καποιον σαν κι εσενα  θα θαψει επιτελους μαζι με τα αισχη σου και την βλακεια σου.

Bas. Devasil:Δευτέρα, 2 Απριλίου 2018 5:25 πμ
Ωραιότατο κείμενο!!!! Θα το ήθελα και στο blogspot σου..... Την καλημέρα μου!

Ολυμπία Βράκα:Δευτέρα, 2 Απριλίου 2018 10:27 πμ
Eυχαριστω πολυ Βασίλη ! Σαν εκπαιδευτικος που εισαι το ευγενικο σου σχολιο με τιμα ιδιαιτερα ! να εισαι καλα !


Elisavet piperidou:Δευτέρα, 2 Απριλίου 2018 4:57 μμ
Εξαιρετικο, νιωθω σαν να βλεπω τυπωμενες καποιες σκεψεις μου με την καλυτερη εκφραση τους .


Oλυμπία Βράκα:Δευτέρα, 2 Απριλίου 2018 7:47 μμ
Σε ευχαριστω καλο μου κοριτσι ...χαιρομαι που ταυτιζονται οι αποψεις και οι σκεψεις μας ! Σου ευχομαι να εχεις ενα ομορφο Πασχα !

Παρασκευή, 30 Μαρτίου 2018

H AΛΗΘΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΨΕΜΑ




Μια φορά και ένα καιρό ζούσαν στην ίδια πόλη ,στην ίδια γειτονιά η Αλήθεια και το Ψέμα .Η Αλήθεια είχε ένα μεγάλο και ευρύχωρο σπίτι με μεγάλα και ανοιχτά παράθυρα που άφηναν το φως του ήλιου να το διαπερνά και να το θερμαίνει όλες τις εποχές του χρόνου .Ο κήπος της ήταν πάντα γεμάτος όμορφα λουλούδια και δένδρα, που έφτιαχναν γλυκούς καρπούς έτοιμους να τους δοκιμάσει ο κάθε ένας που θα διάβαινε την πόρτα της και το τραπέζι ήταν πάντα στρωμένο με δεκάδες εδέσματα και γλυκίσματα φτιαγμένα με μεράκι και αγάπη για όποιον ήθελε να τα γευτεί .Παρ όλα αυτά η Αλήθεια δεν είχε πολλούς φίλους ,το ζεστό και φιλόξενο σπίτι της δεν ήταν αρκετό για να τραβήξει τους επισκέπτες.Η Αλήθεια έκανε παρέα μόνο με την Ειλικρίνεια .Ήσαν αγαπημένες φίλες και κάθε μέρα χρόνια τώρα, έπιναν αντικριστά το τσάι τους χαμογελώντας η μια στην άλλη ,κάνοντας όνειρα πως κάποτε θα γίνει αγαπητή και θα γεμίσει το σπίτι της από κόσμο που θα έρχεται να την επισκεφθεί και να δεχθεί τις σοφές συμβουλές της.
Το Ψέμα αντίθετα είχε μικρο και θλιβερό σπίτι με μικρά παράθυρα ερμητικά κλειστά και σκούρα τζάμια που εμπόδιζαν το φως να εισέλθει και το κρατούσε κρύο ,παγωμένο και σκοτεινό ,γι αυτό και έμοιαζε απίστευτα αφιλόξενο. Και όμως δεν του έλειπαν οι φίλοι καθημερινά .Το Ψέμα δεν άδειαζε από τους επισκέπτες ,κόσμος πολύς πήγαινε και ερχόταν και ζητούσε τις ιδέες του και εκείνο με καμάρι επαίρονταν για την εξυπνάδα που είχε να καθοδηγεί τους φίλους του .Έτσι σε λίγο καιρό η πόλη γέμισε με ανθρώπους που καθοδηγούμενοι από το Ψέμα έγιναν και εκείνοι ψεύτικοι σαν και αυτό και ήρθαν και άλλοι και έγιναν κι εκείνοι το ίδιο και γέμισε ο κόσμος όλος ψέματα. Έπαιζαν και διάφορα παιχνίδια όλοι μαζί και τα αγαπημένα τους ήταν το "σκοτεινό δωμάτιο" ,η "κρεμάλα ", η "τυφλόμυγα " το "κλέφτες και αστυνόμοι ","το σπασμένο τηλέφωνο" και το "μάντεψε ποιος ".Πολλοί που έπαιζαν αυτά τα παιχνίδια παρ όλο που τσακίζονταν, μάτωναν και πονούσαν ,τα έβρισκαν διασκεδαστικά και εθιστικά και ήταν δύσκολο να τα αποχωριστούν.Όμως με τόσο κόσμο μέσα στο ίδιο του το σπίτι το Ψέμα άρχισε να ασφυκτιά να νοιώθει άβολα ,πιεστικά και βασανιστικά ,δεν μπορούσε να ανασάνει και επιπλέον ένοιωθε άρρωστα και καταθλιπτικά και γεμάτο τύψεις για την ζωή που είχε διαλέξει.
Ενώ η Αλήθεια παρέα με την Ειλικρίνεια παρ ότι έμειναν για πάντα ολομόναχες, γι αυτό σπάνιες και ακριβοθώρητες εν τούτοις όποιος είχε τη σοφία να διαβεί την πόρτα του σπιτιού της ένοιωθε τη γλυκιά θαλπωρή και ζεστασιά που πρόσφεραν απλόχερα .Οι δυο φιλενάδες ήσαν ευτυχισμένες ,ήρεμες και χαρωπές απαλλαγμένες από θορύβους και ενοχλήσεις ανόητων ανθρώπων .Γι αυτό από τότε λένε πως η Αλήθεια είναι μια ,μοναδική και λάμπει ,ενώ τα ψέματα πολλά ,ανούσια και οδυνηρά.

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2018

ΚΕΡΑΚΙΑ ΑΝΑΜΜΕΝΑ

resw.jpg 

Μικρές φλογίτσες,μικρά ανθάκια
σαν αστεράκια
λάμπουν ακόμα ,
εκεί στο χώμα ,
παρατημένα στη παγωνιά.
Φεγγοβολούν μονάχες οι ξεχασμένες ,
φυλακισμένες ,καλά κρυμμένες
στη σκοτεινιά.

Κεράκια αναμμένα ,μικροί φάροι ,
κάτασπροι γλάροι
πετούν στον αγέρα ,
βουτάν στον αιθέρα
και πάλι γυρνούν.
Γυρνάνε σε μένα ,
πίσω σε σένα
και μας θυμίζουν ,
αυτά που αξίζουν
αυτά που αγάπησες
και ύστερα άφησες
να μαραθούν.

Δεν γράφω για μένα ,
δεν κλαίω για σένα
γι αυτά τα θλιμμένα
κεράκια ριγώ.
Φεγγάρια σβησμένα
εκεί ξεχασμένα
τα βλέπω να  λιώνουν
να μαραζώνουν
κι εγώ τα πονώ.
Κι αν είναι να ρθεις
στην καταιγίδα σαν κεραυνός
φωτιά θε να γίνουν να μας ζεστάνουν,
να μας γλυκάνουν
γιατί είναι βάσανο ο χωρισμός.

( 23/11/2012 )


Κυριακή, 25 Μαρτίου 2018

Ο ΕΘΝΙΚΟΣ ΥΜΝΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ




Ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν ( Διονύσιος Σολωμός )


Σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν κόψη
τοῦ σπαθιοῦ τὴν τρομερή,
σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν ὄψη,
ποῦ μὲ βία μετράει τὴ γῆ.

Ἀπ᾿ τὰ κόκαλα βγαλμένη
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!

Ἐκεῖ μέσα ἐκατοικοῦσες
πικραμένη, ἐντροπαλή,
κι ἕνα στόμα ἀκαρτεροῦσες,
«ἔλα πάλι», νὰ σοῦ πῇ.

Ἄργειε νά ῾λθη ἐκείνη ἡ μέρα
κι ἦταν ὅλα σιωπηλά,
γιατὶ τά ῾σκιαζε ἡ φοβέρα
καὶ τὰ πλάκωνε ἡ σκλαβιά.

Δυστυχής! Παρηγορία
μόνη σου ἔμεινε νὰ λὲς
περασμένα μεγαλεῖα
καὶ διηγώντας τα νὰ κλαῖς.

Καὶ ἀκαρτέρει, καὶ ἀκαρτέρει
φιλελεύθερη λαλιά,
ἕνα ἐκτύπαε τ᾿ ἄλλο χέρι
ἀπὸ τὴν ἀπελπισιά,

κι ἔλεες «πότε, ἅ! πότε βγάνω
τὸ κεφάλι ἀπὸ τς ἐρμιές;»
Καὶ ἀποκρίνοντο ἀπὸ πάνω
κλάψες, ἅλυσες, φωνές.

Τότε ἐσήκωνες τὸ βλέμμα
μὲς στὰ κλάιματα θολό,
καὶ εἰς τὸ ροῦχο σου ἔσταζ᾿ αἷμα
πλῆθος αἷμα ἑλληνικό.

Μὲ τὰ ροῦχα αἱματωμένα
ξέρω ὅτι ἔβγαινες κρυφὰ
νὰ γυρεύῃς εἰς τὰ ξένα
ἄλλα χέρια δυνατά.

Μοναχὴ τὸ δρόμο ἐπῆρες,
ἐξανάλθες μοναχή,
δὲν εἶν᾿ εὔκολες οἱ θύρες,
ἐὰν ἡ χρεία τὲς κουρταλῆ.

Ἄλλος σου ἔκλαψε εἰς τὰ στήθια
ἀλλ᾿ ἀνάσασιν καμιὰ
ἄλλος σοῦ ἔταξε βοήθεια
καὶ σὲ γέλασε φρικτά.

Ἄλλοι, ὀϊμέ! στὴ συμφορά σου,
ὅπου ἐχαίροντο πολύ,
«σύρε νά ῾βρῃς τὰ παιδιά σου,
σύρε», ἐλέγαν οἱ σκληροί.

Φεύγει ὀπίσω τὸ ποδάρι
καὶ ὁλογλήγορο πατεῖ
ἢ τὴν πέτρα ἢ τὸ χορτάρι
ποὺ τὴ δόξα σου ἐνθυμεῖ.

Ταπεινότατή σου γέρνει
ἡ τρισάθλια κεφαλή,
σὰν πτωχοῦ ποὺ θυροδέρνει
κι εἶναι βάρος του ἡ ζωή.

Ναί· ἀλλὰ τώρα ἀντιπαλεύει
κάθε τέκνο σου μὲ ὁρμή,
ποὺ ἀκατάπαυστα γυρεύει
ἢ τὴ νίκη ἢ τὴ θανή!

Ἀπ᾿ τὰ κόκαλα βγαλμένη
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!

Μόλις εἶδε τὴν ὁρμή σου
ὁ οὐρανός, ποὺ γιὰ τ᾿ς ἐχθροὺς
εἰς τὴ γῆ τὴ μητρική σου
ἔτρεφ᾿ ἄνθια καὶ καρπούς,

ἐγαλήνευσε καὶ ἐχύθη
καταχθόνια μία βοὴ
καὶ τοῦ Ρήγα σου ἀπεκρίθη
πολεμόκραχτη ἡ φωνή

ὅλοι οἱ τόποι σου σ᾿ ἐκράξαν
χαιρετώντας σε θερμά,
καὶ τὰ στόματα ἐφωνάξαν,
ὅσα αἰσθάνετο ἡ καρδιά.

Ἐφωνάξανε ὡς τ᾿ ἀστέρια
τοῦ Ἰονίου καὶ τὰ νησιά,
καὶ ἐσηκώσανε τὰ χέρια,
γιὰ νὰ δείξουνε χαρά,

μ᾿ ὅλον πού ῾ναι ἁλυσωμένο
τὸ καθένα τεχνικὰ
καὶ εἰς τὸ μέτωπο γραμμένο
ἔχει: ψεύτρα Ἐλευθεριά.

Γκαρδιακὰ χαροποιήθη
καὶ τοῦ Βάσιγκτον ἡ γῆ
καὶ τὰ σίδερα ἐνθυμήθη
ποῦ τὴν ἔδεναν κι αὐτή.

Ἀπ᾿ τὸν πύργο του φωνάζει,
σὰ νὰ λέῃ «σὲ χαιρετῶ»,
καὶ τὴ χήτη του τινάζει
τὸ Λεοντάρι τὸ Ἰσπανό.

Ἐλαφιάσθη τῆς Ἀγγλίας
τὸ θηρίο καὶ σέρνει εὐθὺς
κατὰ τ᾿ ἄκρα τῆς Ῥουσίας
τὰ μουγκρίσματα τ᾿ς ὀργῆς.

Εἰς τὸ κίνημά του δείχνει
πὼς τὰ μέλη εἶν᾿ δυνατὰ
καὶ στοῦ Αἰγαίου τὸ κῦμα ρίχνει
μία σπιθόβολη ματιά.

Σὲ ξανοίγει ἀπὸ τὰ νέφη
καὶ τὸ μάτι τοῦ Ἀετοῦ,
ποὺ φτερὰ καὶ νύχια θρέφει
μὲ τὰ σπλάχνα τοῦ Ἰταλοῦ·

καὶ σ᾿ ἐσὲ καταγειρμένος,
γιατὶ πάντα σὲ μισεῖ,
ἔκρωζ᾿, ἔκρωζε ὁ σκασμένος,
νὰ σὲ βλάψῃ, ἂν ἠμπορῇ.

Ἄλλο ἐσὺ δὲν συλλογιέσαι
πάρεξ ποὺ θὰ πρωτοπᾷς
δὲν μιλεῖς καὶ δὲν κουνιέσαι
στὲς βρισίες ὅπου ἀγρικᾷς·

σὰν τὸ βράχον ὅπου ἀφήνει
κάθε ἀκάθαρτο νερὸ
εἰς τὰ πόδια του νὰ χύνῃ
εὐκολόσβηστον ἀφρό,

ὅπου ἀφήνει ἀνεμοζάλη
καὶ χαλάζι καὶ βροχὴ
νὰ τοῦ δέρνουν τὴ μεγάλη,
τὴν αἰώνια κορυφή.

Δυστυχιά του, ὢ δυστυχιά του,
ὁποιανοῦ θέλει βρεθῆ
στὸ μαχαῖρι σου ἀποκάτου
καὶ σ᾿ ἐκεῖνο ἀντισταθῇ.

Τὸ θηρίο, π᾿ ἀνανογιέται
πῶς τοῦ λείπουν τὰ μικρά,
περιορίζεται, πετιέται,
αἷμα ἀνθρώπινο διψᾷ.

Τρέχει, τρέχει ὅλα τὰ δάση,
τὰ λαγκάδια, τὰ βουνά,
καὶ ὅπου φθάση, ὅπου περάσῃ
φρίκη, θάνατος, ἐρμιά·

ἐρμιά, θάνατος καὶ φρίκη,
ὅπου ἐπέρασες κι ἐσύ·
ξίφος ἔξω ἀπὸ τὴν θήκη
πλέον ἀνδρείαν σοῦ προξενεῖ.

Ἰδοὺ ἐμπρός σου ὁ τοῖχος στέκει
τῆς ἀθλίας Τριπολιτσᾶς·
τώρα τρόμου ἀστροπελέκι
νὰ τῆς ρίψῃς πιθυμᾶς.

Μεγαλόψυχο τὸ μάτι
δείχνει πάντα ὅπως νικεῖ,
καὶ ἂς εἶναι ἄρματα γεμάτη
καὶ πολέμιαν χλαλοή.

Σοὺ προβαίνουνε καὶ τρίζουν,
γιὰ νὰ ἰδῆς πὼς εἶν᾿ πολλὰ
δὲν ἀκοῦς ποὺ φοβερίζουν
ἄνδρες μύριοι καὶ παιδιά;

Λίγα μάτια, λίγα στόματα
θὰ σᾶς μείνουνε ἀνοιχτά,
γιὰ νὰ κλαύσετε τὰ σώματα,
ποὺ θὲ ναὔρῃ ἡ συμφορά.

Κατεβαίνουνε, καὶ ἀνάφτει
τοῦ πολέμου ἀναλαμπή·
τὸ τουφέι ἀνάβει, ἀστράφτει,
λάμπει, κόφτει τὸ σπαθί.

Γιατί ἡ μάχη ἐστάθη ὀλίγη;
λίγα τὰ αἵματα γιατί;
τὸν ἐχθρὸ θωρῶ νὰ φύγῃ
καὶ στὸ κάστρο ν᾿ ἀνεβῇ.

Μέτρα! εἶν᾿ ἄπειροι οἱ φευγάτοι,
ὁποὺ φεύγοντας δειλιοῦν·
τὰ λαβώματα στὴν πλάτη
δέχοντ᾿, ὥστε ν᾿ ἀνεβοῦν.

Ἐκεῖ μέσα ἀκαρτερεῖτε
τὴν ἀφεύγατη φθορά·
νά, σᾶς φθάνει· ἀποκριθῆτε
στῆς νυκτὸς τὴ σκοτεινιά.

Ἀποκρίνονται, καὶ ἡ μάχη
ἔτσι ἀρχίζει, ὅπου μακριὰ
ἀπὸ ράχη ἐκεῖ σὲ ράχη
ἀντιβούιζε φοβερά.

Ἀκούω κούφια τὰ τουφέκια,
ἀκούω σμίξιμο σπαθιῶν,
ἀκούω ξύλα, ἀκούω πελέκια,
ἀκούω τρίξιμο δοντιῶν.

Ἄ! τί νύκτα ἦταν ἐκείνη
ποὺ τὴν τρέμει ὁ λογισμός;
Ἄλλος ὕπνος δὲν ἐγίνη
πάρεξ θάνατου πικρός.

Τῆς σκηνῆς ἡ ὥρα, ὁ τόπος,
οἱ κραυγές, ἡ ταραχή,
ὁ σκληρόψυχος ὁ τρόπος
τοῦ πολέμου, καὶ οἱ καπνοί,

καὶ οἱ βροντές, καὶ τὸ σκοτάδι,
ὅπου ἀντίσκοφτε ἡ φωτιά,
ἐπαράσταιναν τὸν ᾅδη
ποῦ ἀκαρτέρειε τὰ σκυλιά·

τ᾿ ἀκαρτέρειε. ἐφαίνοντ᾿ ἴσκιοι
ἀναρίθμητοι γυμνοί,
κόρες, γέροντες, νεανίσκοι,
βρέφη ἀκόμη εἰς τὸ βυζί.

Ὅλη μαύρη μυρμηγκιάζει,
μαύρη ἡ ἐντάφια συντροφιά,
σὰν τὸ ροῦχο ὁποὺσκεπάζει
τὰ κρεββάτια τὰ στερνά.

Τόσοι, τόσοι ἀνταμωμένοι
ἐπετιοῦντο ἀπὸ τὴ γῆ,
ὅσοι εἶν᾿ ἄδικα σφαγμένοι
ἀπὸ τούρκικην ὀργή.

Τόσα πέφτουνε τὰ θέρι-
σμένα ἀστάχια εἰς τοὺς ἀγρούς·
σχεδὸν ὅλα ἐκειὰ τὰ μέρη
ἐσκεπάζοντο ἀπ᾿ αὐτούς.

Θαμποφέγγει κανέν᾿ ἄστρο,
καὶ ἀναδεύοντο μαζί,
ἀναβαίνοντας τὸ κάστρο
μὲ νεκρώσιμη σιωπή.

Ἔτσι χάμου εἰς τὴν πεδιάδα,
μὲς στὸ δάσος τὸ πυκνό,
ὅταν στέλνῃ μίαν ἀχνάδα
μισοφέγγαρο χλωμό,

ἐὰν οἱ ἄνεμοι μὲς στ᾿ ἄδεια
τὰ κλαδιὰ μουγκοφυσοῦν,
σειοῦνται, σειοῦνται τὰ μαυράδια,
ὅπου οἱ κλῶνοι ἀντικτυποῦν.

Μὲ τὰ μάτια τους γυρεύουν
ὅπου εἶν᾿ αἵματα πηχτά,
καὶ μὲς στ᾿ αἵματα χορεύουν
μὲ βρυχίσματα βραχνά,

καὶ χορεύοντας μανίζουν
εἰς τοὺς Ἕλληνας κοντά,
καὶ τὰ στήθια τους ἐγγίζουν
μὲ τὰ χέρια τὰ ψυχρά.

Ἐκειὸ τὸ ἔγγισμα πηγαίνει
βαθιὰ μὲς στὰ σωθικά,
ὅθεν ὅλη ἡ λύπη βγαίνει,
καὶ ἄκρα αἰσθάνονται ἀσπλαχνιά.

Τότε αὐξαίνει τοῦ πολέμου
ὁ χορὸς τρομακτικά,
σὰν τὸ σκόρπισμα τοῦ ἀνέμου
στοῦ πελάου τὴ μοναξιά.

Κτυποῦν ὅλοι ἀπάνου κάτου·
κάθε κτύπημα ποὺ ἐβγῇ
εἶναι κτύπημα θανάτου,
χωρὶς νὰ δευτερωθῇ.

Κάθε σῶμα ἱδρώνει, ρέει
λὲς καὶ ἐκεῖθεν ἡ ψυχὴ
ἀπ᾿ τὸ μῖσος ποὺ τὴν καίει
πολεμάει νὰ πεταχθῇ.

Τῆς καρδίας κτυπίες βροντᾶνε
μὲς στὰ στήθια τους ἀργά,
καὶ τὰ χέρια ὁποὺ χουμᾶνε
περισσότερο εἶν᾿ γοργά.

Οὐρανὸς γι᾿ αὐτοὺς δὲν εἶναι,
οὐδὲ πέλαο, οὐδὲ γῆ·
γι᾿ αὐτοὺς ὅλους τὸ πᾶν εἶναι
μαζωμένο ἀντάμα ἐκεῖ.

Τόση ἡ μάνητα καὶ ἡ ζάλη,
ποὺ στοχάζεσαι, μὴ πὼς
ἀπὸ μία μεριὰ καὶ ἀπ᾿ ἄλλη
δὲν μείνῃ ἕνας ζωντανός.

Κοίτα χέρια ἀπελπισμένα
πῶς θερίζουνε ζωές!
Χάμου πέφτουνε κομμένα
χέρια, πόδια, κεφαλές,

καὶ παλάσκες καὶ σπαθία
μὲ ὁλοσκόρπιστα μυαλά,
καὶ μὲ ὁλόσχιστα κρανία
σωθικὰ λαχταριστά.

Προσοχὴ καμία δὲν κάνει
κανείς, ὄχι, εἰς τὴ σφαγὴ
πᾶνε πάντα ἐμπρός. Ὤ! φθάνει,
φθάνει ἕως πότε οἱ σκοτωμοί.

Ποῖος ἀφήνει ἐκεῖ τὸν τόπο,
πάρεξ ὅταν ξαπλωθῇ;
Δὲν αἰσθάνονται τὸν κόπο
καὶ λὲς κι εἶναι εἰς τὴν ἀρχή.

Ὀλιγόστευαν οἱ σκύλοι,
καὶ «Ἀλλά» ἐφώναζαν, «Ἀλλά»
καὶ τῶν χριστιανῶν τὰ χείλη
«φωτιά» ἐφώναζαν, «φωτιά».

Λεονταρόψυχα ἐκτυπιοῦντο,
πάντα ἐφώναζαν «φωτιά»,
καὶ οἱ μιαροὶ κατασκορπιοῦντο,
πάντα σκούζοντας «Ἀλλά».

Παντοῦ φόβος καὶ τρομάρα
καὶ φωνὲς καὶ στεναγμοί·
παντοῦ κλάψα, παντοῦ ἀντάρα,
καὶ παντοῦ ξεψυχισμοί.

Ἦταν τόσοι! πλέον τὸ βόλι
εἰς τ᾿ αὐτιὰ δὲν τοὺς λαλεῖ.
Ὅλοι χάμου ἐκείτοντ᾿ ὅλοι
εἰς τὴν τέταρτην αὐγή.

Σὰν ποτάμι τὸ αἷμα ἐγίνη
καὶ κυλάει στὴ λαγκαδιά,
καὶ τὸ ἀθῷο χόρτο πίνει
αἷμα ἀντὶς γιὰ τὴ δροσιά.

Τῆς αὐγῆς δροσάτο ἀέρι,
δὲν φυσᾷς τώρα ἐσὺ πλιὸ
στῶν ψευδόπιστων τὸ ἀστέρι
φύσα, φύσα εἰς τὸ Σταυρό.

Ἀπ᾿ τὰ κόκαλα βγαλμένη
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!

Τῆς Κορίνθου ἰδοὺ καὶ οἱ κάμποι
δὲν λάμπ᾿ ἥλιος μοναχὰ
εἰς τοὺς πλάτανους, δὲν λάμπει
εἰς τ᾿ ἀμπέλια, εἰς τὰ νερά·

εἰς τὸν ἥσυχον αἰθέρα
τώρα ἀθῴα δὲν ἀντηχεῖ
τὰ λαλήματα ἡ φλογέρα,
τὰ βελάσματα τὸ ἀρνί·

τρέχουν ἅρματα χιλιάδες
σὰν τὸ κῦμα εἰς τὸ γιαλὸ
ἀλλ᾿ οἱ ἀνδρεῖοι παλικαράδες
δὲν ψηφοῦν τὸν ἀριθμό.

Ὢ τρακόσιοι! σηκωθῆτε
καὶ ξανάλθετε σ᾿ ἐμᾶς·
τὰ παιδιά σας θέλ᾿ ἰδῆτε
πόσο μοιάζουνε μ᾿ ἐσᾶς.

Ὅλοι ἐκεῖνοι τὰ φοβοῦνται,
καὶ μὲ πάτημα τυφλὸ
εἰς τὴν Κόρινθο ἀποκλειοῦνται
κι ὅλοι χάνουνται ἀπ᾿ ἐδῶ.

Στέλνει ὁ ἄγγελος τοῦ ὀλέθρου
πεῖναν καὶ θανατικὸ
ποῦ σὲ σχῆμα ἑνὸς σκελέθρου
περπατοῦν ἀντάμα οἱ δυό·

καὶ πεσμένα εἰς τὰ χορτάρια
ἀπεθαίνανε παντοῦ
τὰ θλιμμένα ἀπομεινάρια
τῆς φυγῆς καὶ τοῦ χαμοῦ.

Καὶ ἐσὺ ἀθάνατη, ἐσὺ θεία,
ποῦ ὅ,τι θέλεις ἠμπορεῖς,
εἰς τὸν κάμπο, Ἐλευθερία,
ματωμένη περπατεῖς.

Στὴ σκιὰ χεροπιασμένες,
στὴ σκιὰ βλέπω κι ἐγὼ
κρινοδάκτυλες παρθένες,
ὅπου κάνουνε χορό·

στὸ χορὸ γλυκογυρίζουν
ὡραία μάτια ἐρωτικά
καὶ εἰς τὴν αὔρα κυματίζουν
μαῦρα, ὁλόχρυσα μαλλιά.

Ἡ ψυχή μου ἀναγαλλιάζει
πὼς ὁ κόρφος καθεμιᾶς
γλυκοβύζαστο ἑτοιμάζει
γάλα ἀνδρείας καὶ ἐλευθεριᾶς.

Μὲς στὰ χόρτα, τὰ λουλούδια,
τὸ ποτήρι δὲν βαστῶ·
φιλελεύθερα τραγούδια
σὰν τὸν Πίνδαρο ἐκφωνῶ.

Ἀπ᾿ τὰ κόκαλα βγαλμένη
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!

Πῆγες εἰς τὸ Μεσολόγγι
τὴν ἡμέρα τοῦ Χριστοῦ,
μέρα ποὺ ἄνθισαν οἱ λόγγοι
γιὰ τὸ τέκνο τοῦ Θεοῦ.

Σοὖλθε ἐμπρὸς λαμποκοπώντας
ἡ Θρησκεία μ᾿ ἕνα σταυρὸ
καὶ τὸ δάκτυλο κινώντας
ὅπου ἀνεῖ τὸν οὐρανό,

«σ᾿ αὐτό», ἐφώναξε, «τὸ χῶμα
στάσου ὁλόρθη, Ἐλευθεριά»·
καὶ φιλώντας σου τὸ στόμα
μπαίνει μὲς στὴν ἐκκλησιά.

Εἰς τὴν τράπεζα σιμώνει,
καὶ τὸ σύγνεφο τὸ ἀχνὸ
γύρω γύρω της πυκνώνει
ποὺ σκορπάει τὸ θυμιατό.

Ἀγρικάει τὴν ψαλμῳδία
ὁποὺ ἐδίδαξεν αὐτή·
βλέπει τὴ φωταγωγία
στοὺς ἁγίους ἐμπρὸς χυτή.

Ποιοὶ εἶν᾿ αὐτοὶ ποὺ πλησιάζουν
μὲ πολλὴ ποδοβολή,
κι ἅρματ᾿, ἅρματα ταράζουν;
Ἐπετάχτηκες Ἐσύ.

Ἄ! τὸ φῶς, ποὺ σὲ στολίζει
σὰν ἡλίου φεγγοβολὴ
καὶ μακρόθεν σπινθηρίζει,
δὲν εἶναι, ὄχι, ἀπὸ τὴ γῆ·

λάμψιν ἔχει ὅλη φλογώδη
χεῖλος, μέτωπο, ὀφθαλμός·
φῶς τὸ χέρι, φῶς τὸ πόδι,
κι ὅλα γύρω σου εἶναι φῶς.

Τὸ σπαθί σου ἀντισηκώνεις,
τρία πατήματα πατᾷς,
σὰν τὸν πύργο μεγαλώνεις,
καὶ εἰς τὸ τέταρτο κτυπᾷς·

μὲ φωνὴ ποὺ καταπείθει
προχωρώντας ὁμιλεῖς·
«Σήμερ᾿, ἄπιστοι, ἐγεννήθη,
ναί, τοῦ κόσμου ὁ Λυτρωτής».

Αὐτὸς λέγει… «Ἀφοκρασθῆτε
Ἐγὼ εἶμ᾿ Ἄλφα, Ὠμέγα ἐγώ·
πέστε, ποῦ θ᾿ ἀποκρυφθῆτε
ἐσεῖς ὅλοι, ἂν ὀργισθῶ;

»Φλόγα ἀκοίμητήν σας βρέχω,
ποὺ μ᾿ αὐτὴν ἂν συγκριθῇ
κείνη ἡ κάτω ὅπου σας ἔχω
σὰν δροσιὰ θέλει βρεθῇ.

»Κατατρώγει, ὡσὰν τὴ σχίζα,
τόπους ἄμετρα ὑψηλούς,
χῶρες, ὄρη ἀπὸ τὴ ρίζα,
ζῷα καὶ δένδρα καὶ θνητούς,

»καὶ τὸ πᾶν τὸ κατακαίει,
καὶ δὲν σῴζεται πνοή,
πάρεξ τοῦ ἀνέμου ποὺ πνέει
μὲς στὴ στάχτη τὴ λεπτή».

Κάποιος ἤθελε ἐρωτήσει:
τοῦ θυμοῦ του εἶσαι ἀδελφή;
Ποῖος εἶν᾿ ἄξιος νὰ νικήσῃ
ἢ μ᾿ ἐσὲ νὰ μετρηθῆ;

Ἡ γῆ αἰσθάνεται τὴν τόση
τοῦ χεριοῦ σου ἀνδραγαθιά,
ποὺ ὅλην θέλει θανατώσῃ
τὴ μισόχριστη σπορά.

Τὴν αἰσθάνονται, καὶ ἀφρίζουν
τὰ νερά, καὶ τ᾿ ἀγρικῶ
δυνατὰ νὰ μουρμουρίζουν
σὰν νὰ ρυάζετο θηριό.

Κακορίζικοι, ποὺ πάτε
τοῦ Ἀχελῴου μὲς στὴ ροή,
καὶ πιδέξια πολεμᾶτε
ἀπὸ τὴν καταδρομὴ

ν᾿ ἀποφύγετε! τὸ κῦμα
ἔγινε ὅλο φουσκωτό·
ἐκεῖ εὑρήκατε τὸ μνῆμα
πρὶν νὰ εὐρῆτε ἀφανισμό.

Βλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζει
κάθε λάρυγγας ἐχθροῦ,
καὶ τὸ ρεῦμα γαργαρίζει
τὲς βλασφήμιες τοῦ θυμοῦ.

Σφαλερὰ τετραποδίζουν
πλῆθος ἄλογα, καὶ ὀρθὰ
τρομασμένα χλιμιτρίζουν
καὶ πατοῦν εἰς τὰ κορμιά.

Ποῖος στὸν σύντροφον ἁπλώνει
χέρι, ὡσὰν νὰ βοηθηθῇ·
ποῖος τὴ σάρκα του δαγκώνει,
ὅσο ὅπου νὰ νεκρωθῇ·

κεφαλὲς ἀπελπισμένες
μὲ τὰ μάτια πεταχτά,
κατὰ τ᾿ ἄστρα σηκωμένες
γιὰ τὴν ὕστερη φορά.

Σβηέται -αὐξαίνοντας ἡ πρώτη
τοῦ Ἀχελῴου νεροσυρμή-
τὸ χλιμίτρισμα, καὶ οἱ κρότοι
καὶ τοῦ ἀνθρώπου οἱ γογγυσμοί.

Ἔτσι ν᾿ ἄκουα νὰ βουίξῃ
τὸν βαθὺν Ὠκεανό,
καὶ στὸ κῦμα του νὰ πνίξῃ
κάθε σπέρμα Ἀγαρηνό·

Καὶ ἐκεῖ ποὖναι ἡ Ἁγία Σοφία,
μὲς στοὺς λόφους τοὺς ἑπτά,
ὅλα τ᾿ ἄψυχα κορμία,
βραχοσύντριφτα, γυμνά,

σωριασμένα νὰ τὰ σπρώξῃ
ἡ κατάρα τοῦ Θεοῦ,
κι ἀπ᾿ ἐκεῖ νὰ τὰ μαζώξῃ
ὁ ἀδελφός του Φεγγαριοῦ.

Κάθε πέτρα μνῆμα ἂς γένῃ,
καὶ ἡ Θρησκεία κι ἡ Ἐλευθεριὰ
μ᾿ ἀργοπάτημα ἂς πηγαίνῃ
μεταξύ τους, καὶ ἂς μετρᾷ.

Ἕνα λείψανο ἀνεβαίνει
τεντωτό, πιστομητό,
κι ἄλλο ξάφνου κατεβαίνει
καὶ δὲν φαίνεται καὶ πλιό.

Καὶ χειρότερα ἀγριεύει
καὶ φουσκώνει ὁ ποταμός·
πάντα πάντα περισσεύει
πολυφλοίσβισμα καὶ ἀφρός.

Ἄ! γιατί δὲν ἔχω τώρα
τὴ φωνὴ τοῦ Μωυσῆ;
Μεγαλόφωνα, τὴν ὥρα
ὅπου ἐσβηοῦντο οἱ μισητοί,

τὸν Θεὸν εὐχαριστοῦσε
στοῦ πελάου τὴ λύσσα ἐμπρός,
καὶ τὰ λόγια ἠχολογοῦσε
ἀναρίθμητος λαός·

ἀκλουθάει τὴν ἁρμονία
ἡ ἀδελφή του Ἀαρών,
ἡ προφήτισσα Μαρία,
μ᾿ ἕνα τύμπανο τερπνόν,

καὶ πηδοῦν ὅλες οἱ κόρες
μὲ τς ἀγκάλες ἀνοικτές,
τραγουδώντας, ἀνθοφόρες,
μὲ τὰ τύμπανα κι ἐκειές.

Σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν κόψη
τοῦ σπαθιοῦ τὴν τρομερή,
σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν ὄψη,
ποῦ μὲ βία μετράει τὴ γῆ.


Εἰς αὐτήν, εἶν᾿ ξακουσμένο,
δὲν νικιέσαι ἐσὺ ποτέ·
ὅμως, ὄχι, δὲν εἶν᾿ ξένο
καὶ τὸ πέλαγο γιὰ σέ.

Τὸ στοιχεῖον αὐτὸ ξαπλώνει
κύματ᾿ ἄπειρα εἰς τὴ γῆ,
μὲ τὰ ὁποῖα τὴν περιζώνει
κι εἶναι εἰκόνα σου λαμπρή.

Μὲ βρυχίσματα σαλεύει,
ποὺ τρομάζει ἡ ἀκοὴ
κάθε ξύλο κινδυνεύει
καὶ λιμιώνα ἀναζητεῖ.

Φαίνετ᾿ ἔπειτα ἡ γαλήνη
καὶ τὸ λάμψιμο τοῦ ἡλιοῦ,
καὶ τὰ χρώματα ἀναδίνει
τοῦ γλαυκότατου οὐρανοῦ.

Δὲν νικιέσαι, εἶν᾿ ξακουσμένο,
στὴν ξηρὰν ἐσὺ ποτὲ
ὅμως, ὄχι, δὲν εἶν᾿ ξένο
καὶ τὸ πέλαγο γιὰ σέ.

Περνοῦν ἄπειρα τὰ ξάρτια,
καὶ σὰν λόγγος στριμωχτὰ
τὰ τρεχούμενα κατάρτια,
τὰ ὁλοφούσκωτα πανιά.

Σὺ τὲς δύναμές σου σπρώχνεις,
καὶ ἀγκαλὰ δὲν εἶν᾿ πολλές,
πολεμώντας ἄλλα διώχνεις,
ἄλλα παίρνεις, ἄλλα καῖς

μὲ ἐπιθύμια νὰ τηράζῃς
δυὸ μεγάλα σὲ θωρῶ,
καὶ θανάσιμον τινάζεις
ἐναντίον τους κεραυνό.

Πιάνει, αὐξαίνει, κοκκινίζει
καὶ σηκώνει μία βροντή,
καὶ τὸ πέλαο χρωματίζει
μὲ αἱματόχροη βαφή.

Πνίγοντ᾿ ὅλοι οἱ πολεμάρχοι
καὶ δὲν μνέσκει ἕνα κορμί·
χάρου, σκιὰ τοῦ Πατριάρχη,
ποῦ σ᾿ ἐπέταξεν ἐκεῖ.

Ἐκρυφόσμιγαν οἱ φίλοι
μὲ τ᾿ς ἐχθρούς τους τὴ Λαμπρή,
καὶ τοὺς ἔτρεμαν τὰ χείλη
δίνοντάς τα εἰς τὸ φιλί.

Κειὲς τὲς δάφνες ποὺ ἐσκορπίστε
τώρα πλέον δὲν τὲς πατεῖ,
καὶ τὸ χέρι ὅπου ἐφιλῆστε
πλέον, ἅ! πλέον δὲν εὐλογεῖ.

Ὅλοι κλαῦστε· ἀποθαμένος
ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἐκκλησιᾶς·
κλαῦστε, κλαῦστε κρεμασμένος
ὡσὰν νἄτανε φονιάς.

Ἔχει ὁλάνοιχτο τὸ στόμα
π᾿ ὦρες πρῶτα εἶχε γευθεῖ
τ᾿ Ἅγιον Αἷμα, τ᾿ Ἅγιον Σῶμα·
λὲς πὼς θενὰ ξαναβγῇ

ἡ κατάρα ποὺ εἶχε ἀφήσει
λίγο πρὶν νὰ ἀδικηθῇ
εἰς ὁποῖον δὲν πολεμήσῃ
καὶ ἠμπορεῖ νὰ πολεμῇ.

Τὴν ἀκούω, βροντάει, δὲν παύει
εἰς τὸ πέλαγο, εἰς τὴ γῆ,
καὶ μουγκρίζοντας ἀνάβει
τὴν αἰώνιαν ἀστραπή.

Ἡ καρδιὰ συχνοσπαράζει…
Πλὴν τί βλέπω; Σοβαρὰ
νὰ σωπάσω μὲ προστάζει
μὲ τὸ δάκτυλο ἡ θεά.

Κοιτάει γύρω εἰς τὴν Εὐρώπη
τρεῖς φορὲς μ᾿ ἀνησυχιά·
προσηλώνεται κατόπι
στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀρχινᾷ:

«Παλληκάρια μου! οἱ πολέμοι
γιὰ σᾶς ὅλοι εἶναι χαρά,
καὶ τὸ γόνα σας δὲν τρέμει
στοὺς κινδύνους ἐμπροστά.

»Ἀπ᾿ ἐσᾶς ἀπομακραίνει
κάθε δύναμη ἐχθρική·
ἀλλὰ ἀνίκητη μιὰ μένει
ποὺ τὲς δάφνες σας μαδεῖ.

»Μία, ποὺ ὅταν ὡσὰν λύκοι
ξαναρχόστενε ζεστοί,
κουρασμένοι ἀπὸ τὴ νίκη,
ἄχ! τὸν νοῦν σας τυραννεῖ.

»Ἡ Διχόνια, ποὺ βαστάει
ἕνα σκῆπτρο ἡ δολερὴ
καθενὸς χαμογελάει,
πάρ᾿ το, λέγοντας, κι ἐσύ.

»Κειὸ τὸ σκῆπτρο ποὺ σᾶς δείχνει,
ἔχει ἀλήθεια ὡραῖα θωριά·
μὴν τὸ πιᾶστε, γιατὶ ρίχνει
εἰσὲ δάκρυα θλιβερά.

»Ἀπὸ στόμα ὅπου φθονάει,
παλικάρια, ἂς μὴν ῾πωθῇ,
πῶς τὸ χέρι σας κτυπάει
τοῦ ἀδελφοῦ τὴν κεφαλή.

»Μὴν εἰποῦν στὸ στοχασμό τους
τὰ ξένα ἔθνη ἀληθινά:
«Ἐὰν μισοῦνται ἀνάμεσό τους,
δὲν τοὺς πρέπει ἐλευθεριά».

»Τέτοια ἀφήστενε φροντίδα·
ὅλο τὸ αἷμα ὁποὺ χυθῇ
γιὰ θρησκεία καὶ γιὰ πατρίδα,
ὅμοιαν ἔχει τὴν τιμή.

»Στὸ αἷμα αὐτό, ποὺ δὲν πονεῖτε,
γιὰ πατρίδα, γιὰ θρησκειά,
σᾶς ὁρκίζω, ἀγκαλιασθῆτε
σὰν ἀδέλφια γκαρδιακά.

»Πόσον λείπει, στοχασθῆτε,
πόσο ἀκόμη νὰ παρθῇ
πάντα ἡ νίκη, ἂν ἑνωθῆτε,
πάντα ἐσᾶς θ᾿ ἀκολουθῇ.

»Ὢ ἀκουσμένοι εἰς τὴν ἀνδρεία!…
Καταστῆστε ἕνα σταυρὸ
καὶ φωνάξετε μὲ μία:
Βασιλεῖς, κοιτάξτ᾿ ἐδῶ.

»Τὸ σημεῖον ποὺ προσκυνᾶτε
εἶναι τοῦτο, καὶ γι᾿ αὐτὸ
ματωμένους μας κοιτᾶτε
στὸν ἀγῶνα τὸ σκληρό.

»Ἀκατάπαυστα τὸ βρίζουν
τὰ σκυλιὰ καὶ τὸ πατοῦν
καὶ τὰ τέκνα του ἀφανίζουν
καὶ τὴν πίστη ἀναγελοῦν.

»Ἐξ αἰτίας του ἐσπάρθη, ἐχάθη
αἷμα ἀθῷο χριστιανικό,
ποὺ φωνάζει ἀπὸ τὰ βάθη
τῆς νυκτός: «Νὰ ῾κδικηθῶ».

»Δὲν ἀκοῦτε ἐσεῖς εἰκόνες
τοῦ Θεοῦ, τέτοια φωνή;
Τώρα ἐπέρασαν αἰῶνες
καὶ δὲν ἔπαυσε στιγμή.

»Δὲν ἀκοῦτε; εἰς κάθε μέρος
σὰν τοῦ Ἄβελ καταβοᾶ·
δὲν εἶν᾿ φύσημα τοῦ ἀέρος
ποῦ σφυρίζει εἰς τὰ μαλλιά.

»Τί θὰ κάμετε; θ᾿ ἀφῆστε
νὰ ἀποκτήσωμεν ἐμεῖς
Λευθεριάν, ἢ θὰ τὴν λῦστε
ἐξ αἰτίας Πολιτικῆς;

»Τοῦτο ἀνίσως μελετᾶτε,
ἰδού, ἐμπρός σας τὸν Σταυρό·
Βασιλεῖς! ἐλᾶτε, ἐλᾶτε,
καὶ κτυπήσετε κι ἐδῶ».